- αἰχμαλωτίσει
- αἰχμαλωτίζωtake prisoneraor subj act 3rd sg (epic)αἰχμαλωτίζωtake prisonerfut ind mid 2nd sgαἰχμαλωτίζωtake prisonerfut ind act 3rd sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
αλμυρός — I Κωμόπολη (υψόμ. 60 μ., 7.566 κάτ.) στην πρώην επαρχία Αλμυρού του νομού Μαγνησίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αλμυρού. Ο σημερινός Α., που ιδρύθηκε τον 13ο αι., είναι ομώνυμος του παλαιότερου οικισμού που είχε δημιουργηθεί τον 9ο αι. μ.Χ.,… … Dictionary of Greek
Άμμων — I Αιγυπτιακή θεότητα, το όνομα της οποίας σημαίνει ο κρυμμένος. Αρχικά ήταν ένας από τους οκτώ βασικούς θεούς που λάτρευε το ιερατείο της Ερμούπολης. Μετά τη μετατόπιση του κέντρου λατρείας του στις Θήβες, την εποχή της 11ης δυναστείας, και την… … Dictionary of Greek
Αντζελετάκης, Ιωάννης — (; – Χανιά 1857).Αγωνιστής του 1821 από την Κρήτη. Έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες, κοντά στους οπλαρχηγούς Αλέξανδρο Ανδρεαδάκη, Χατζηχρήστο, Δημήτριο Καλλέργη και Γενναίο Κολοκοτρώνη. Στη δύναμη του τελευταίου κατατάχθηκε αφού απέδρασε από τους… … Dictionary of Greek
Βραζιλία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας Έκταση: 8.547.404 τ.χλμ Πληθυσμός: 174.468.575 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Μπραζίλια (2.043.169 κάτ. το 2000)Κράτος της Νότιας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τη Γαλλική Γουιάνα (ΒΑ), το Σουρινάμ,… … Dictionary of Greek
Διομήδης — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Μυθολογικός ήρωας, γιος του βασιλιά της Αιτωλίας Τυδέα και της Δηιπύλης, κόρης του βασιλιά του Άργους, Αδράστου. Όταν μεγάλωσε ο Δ. θέλησε να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του, ο οποίος ήταν ένας από τους Επτά… … Dictionary of Greek
Καφείρα — Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν κόρη του Ωκεανού. Μαζί με τους Τελχίνες, ανέθρεψε τον Ποσειδώνα στη Ρόδο. Σύμφωνα με μία άλλη εκδοχή, ήταν σύζυγος του Ποσειδώνα και μητέρα των έξι Γνητών. Έδωσε το όνομά της στο ακρωτήριο Καφηρεύς (Κάβο Ντόρο) της… … Dictionary of Greek
Κιτς, Τζον — (John Κeats, Λονδίνο 1795 – Ρώμη 1821). Άγγλος ποιητής. Προερχόταν από φτωχή οικογένεια και η σύντομη ζωή του ήταν γεμάτη κακουχίες. Ήταν μόλις 8 ετών όταν πέθανε ο πατέρας του και 14 όταν πέθανε και η μητέρα του από φυματίωση, ασθένεια που… … Dictionary of Greek
Κλέων — I (; – 422 π.Χ.). Αθηναίος πολιτικός, γιος του ευκατάστατου βυρσοδέψη Κλεαινέτου. Υπήρξε ο πρώτος σημαντικός πολιτικός της εποχής του που προερχόταν από τον εμπορικό κόσμο. Γι’ αυτό τον λόγο, οι αριστοκρατικοί άσκησαν έντονη πολεμική εναντίον του … Dictionary of Greek
Κολοκοτρώνης, Γενναίος — (1805 – 1868). Αγωνιστής του 1821, στρατιωτικός, πολιτικός, πρωθυπουργός (1862), γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη (βλ. λ.). Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης, αλλά επονομάστηκε Γενναίος, λόγω της γενναιότητας που επέδειξε στη διάρκεια του Αγώνα.… … Dictionary of Greek
Κοσίμπα, Μασατόσι — (Masatoshi Koshiba, Τογιοχάσι, Ιαπωνία 1926 –). Ιάπωνας φυσικός. Αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο του Τόκιο το 1951 και το 1955 ολοκλήρωσε το διδακτορικό του στη φυσική στο πανεπιστήμιο του Ρότσεστερ των ΗΠΑ. Το 1970 ανακηρύχθηκε καθηγητής φυσικής… … Dictionary of Greek